παραμυθι μπαλονι

Παραμύθι για μεγάλους. Το Μπαλόνι και το Μικρό Ανθρωπάκι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κόκκινο Μπαλόνι.

Το μπαλόνι πετούσε ελεύθερο ανάμεσα στα σύννεφα, το απολάμβανε, το διασκέδασε και έπαιζε κρυφτό ανάμεσα στα σύννεφα. Τα σύννεφα με μεγάλη χαρά παίζανε με το μπαλόνι: μία το κρύβανε, μία το πετάγανε ψηλά.

Πολλές φορές το μπαλόνι χοροπηδούσε πάνω στα σύννεφα και γέλαγε πολύ δυνατά! 

Πάνω στον ουρανό το μπαλόνι είχε μόνο τα σύννεφα για φίλους.

Που και που περνάγανε τα πουλιά, όμως το μπαλόνι τα φοβότανε. Δεν φοβόταν τα πουλιά αλλά τα ράμφη τους για να μην το τρυπήσουν.

Οπότε το μπαλόνι συνειδητά κρατούσε μια απόσταση από τα πουλιά.

Μία ηλιόλουστη μέρα, που όλα τα σύννεφα είχανε εξαφανιστεί, το μπαλόνι ψάχνοντας με ποιον να παίξει έστρεψε την προσοχή του προς τα κάτω. Και ξαφνικά παρατήρησε ότι κάτω είχε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.

Ξαφνιάστηκε όταν είδε τις θάλασσες, τα βουνά, τα λαγκάδια, αλλά είδε και σπίτια και ανθρώπους. Παρατήρησε επίσης ότι κάτω υπήρχανε κι άλλα μπαλόνια. Αυτά τα μπαλόνια είχανε διάφορα χρώματα και μια κλωστή όπως κι εκείνο. Την κλωστή την κρατάγανε μικροσκοπικά ανθρωπάκια.

Αυτή η διαδικασία προκάλεσε το ενδιαφέρον του Μπαλονιού και έτσι αποφάσισε να κατέβει προς τα κάτω για να δει από κοντά τι συμβαίνει.

Το Μπαλόνι είδε πως τα μικρά ανθρωπάκια χαιρόντουσαν με τα μπαλόνια, παίζανε μαζί τους, τα κρατάγανε πολύ σφιχτά στο χεράκι τους, τα πηγαίνανε στο σπίτι, στα πάρκα, τα δένανε στα καρότσια, στα ποδήλατα και αυτή η διαδικασία του δημιούργησε μεγάλο ενθουσιασμό.

Το Μπαλόνι κάθισε και παρατήρησε προσεκτικά τα μικρά ανθρωπάκια και αποφάσισε να επιλέξει το δικό του μικρό ανθρωπάκι για να εμπιστευτεί στα χεράκια του το δικό του κορδόνι.

Μετά από ώρες παρατήρησης διάλεξε ένα Μικρό Ανθρωπάκι το οποίο ήταν  λίγο θλιμμένο. Το μπαλόνι το πλησίασε και άφησε ελεύθερο το κορδόνι του να πέσει δίπλα στο χεράκι του Μικρού Ανθρώπου. Το Μικρό Ανθρωπάκι διστακτικά κοίταξε το κορδόνι, άπλωσε το χεράκι του και έπιασε την κλωστή. Εκείνη τη στιγμή το μπαλόνι ένιωσε ένα τρέμουλο και ένα κύμα να το διαπερνά σαν να συνδέθηκαν αμέσως μεταξύ τους. 

Το Μπαλόνι κατάλαβε αμέσως ότι το Μικρό Ανθρωπάκι χάρηκε, έσκασε ένα χαμόγελο και νιώσε να το διαπερνά ο ενθουσιασμός. Έτσι, οι δύο τους, το Μικρό Ανθρωπάκι και το Μπαλόνι γίνανε αχώριστοι!

Το Μπαλόνι ακολουθούσε το Μικρό Ανθρωπάκι παντού: στην καθημερινότητά του, στις γιορτές, στις χαρές και στις λύπες.

Το Μπαλόνι έγινε ο μάρτυρας της ζωής του Μικρού Ανθρώπου. 

Παρατηρούσε κάθε ώρα και λεπτό την αλληλεπίδραση του Μικρού Ανθρώπου με τους γύρω του. Η μεγαλύτερη έκπληξή του ήταν στις αντιδράσεις που είχε το Μικρό Ανθρωπάκι απέναντι στους δύο μεγάλους ανθρώπους που ήταν συνεχώς μαζί του. Τους αποκαλούσε Μαμά και Μπαμπά.

Πολλές φορές το Μπαλόνι ξαφνιάζονταν  γιατί έβλεπε ότι, σε απλά και καθημερινά πράγματα που έκαναν η Μαμά και ο Μπαμπάς, το Μικρό Ανθρωπάκι αντιδρούσε ανεξήγητα υπερβολικά.

Όταν η Μαμά και ο Μπαμπάς μάλωναν μεταξύ τους το Μικρό Ανθρωπάκι στεναχωριόταν και ένιωθε ενοχές και τύψεις γιατί πίστευε πως εκείνο φταίει για τον τσακωμό ανάμεσά τους.

Σαν να μην το έβλεπε και να μην το  καταλάβαινε ότι επρόκειτο απλώς για το παιχνίδι ανάμεσα στη Μαμά και στον Μπαμπά.

Όταν η Μαμά και ο Μπαμπάς είχαν ανάγκη να μείνουν οι δυο τους,  το Μικρό Ανθρωπάκι, για κάποιο λόγο, έβγαζε το συμπέρασμα ότι δεν το θέλουν.

Όταν ο Μπαμπάς έφυγε από το σπίτι, τότε το Μικρό Ανθρωπάκι ήταν σίγουρο ότι έφυγε εξαιτίας του, ότι άφησε εκείνο και όχι τη μαμά.

Το Μπαλόνι δεν μπορούσε να εξηγήσει λογικά τα συμπεράσματα που έβγαζε το Μικρό Ανθρωπάκι. Έβλεπε ξεκάθαρα ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε να κάνει με αυτόν, αλλά με την σχέση ανάμεσα στη Μαμά και στον Μπαμπά.

Όταν η Μαμά πήγαινε στη δουλειά, άφηνε το μικρό ανθρωπάκι στην γιαγιά του που το λάτρευε. Τότε το Μικρό Ανθρωπάκι ένιωθε ενοχές, νόμιζε ότι εκείνο επιβάλλει στη μαμά να δουλεύει σκληρά.

Τις στιγμές που το μικρό ανθρωπάκι πλησίαζε τη Μαμά γιατί ζητούσε προσοχή και αγάπη, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να του τα δώσει επειδή κουβαλούσε κι αυτή τον δικό της άλυτο πόνο, το Μικρό Ανθρωπάκι νόμιζε ότι η Μαμά δεν το αγαπά πια και ότι της είναι περιττό. 

Το Μπαλόνι έβλεπε ξεκάθαρα ότι το Μικρό Ανθρωπάκι δεν είχε καμία δουλειά να βγάζει τέτοια συμπεράσματα αλλά δεν μπορούσε να το βοηθήσει  να δει όλη την κατάσταση από ψηλά.

Όλο αυτό, έκανε το Μπαλόνι και να στεναχωριέται, να φουσκώνει από την απόγνωση. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να εύχεται να βρεθεί λύση για να μπορέσει το Μικρό Ανθρωπάκι να αναθεωρήσει όλα αυτά που του συνέβαιναν στη ζωή του. 

Το Μπαλόνι συνέχισε να συνοδεύει σε ολόκληρη τη ζωή του το Μικρό Ανθρωπάκι το οποίο έγινε πια μεγάλος Άνθρωπος.

Κάποια στιγμή ο Άνθρωπος αυτός έκανε μία σχέση. Μέσα στη σχέση έκανε προβολές της σχέσης που είχε με τη Μαμά του. Πάντα περίμενε ότι η σύντροφος του δεν θα τον θέλει, θα τον απορρίπτει και θα βιώνει τη μοναξιά. 

Στην εργασία του δεν υπήρχε πρόοδος γιατί δεν ένιωθε αυτοπεποίθηση και σιγουριά, σαν να του έλειπε η στήριξη και η δύναμη του Μπαμπά του. 

Το Μπαλόνι ήταν έτοιμο να σκάσει γιατί είχε συσσωρεύσει πολλές εικόνες από τη ζωή του Ανθρώπου και τα λανθασμένα συμπεράσματα που είχε βγάλει.

Τότε το Μπαλόνι συνάντησε ένα άλλο Μπαλόνι που ήτανε δεμένο με μία κοπέλα.  Για να μην σκάσει, το Μπαλόνι αποφάσισε να μοιραστεί τους προβληματισμούς του με το άλλο Μπαλόνι. Ήθελα να εξακριβώσει αν αυτό συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους ή μόνο στο δικό του.

Το άλλο Μπαλόνι, το οποίο ήταν πανέμορφο και λαμπερό είχε ένα κίτρινο χρώμα του ήλιου, απάντησε ότι και η δική του η κοπέλα είχε παρερμηνεύσει συμπεριφορές των γονιών της όμως ζήτησε βοήθεια.

Βρέθηκε στο δρόμο της μία Νεράιδα.

Αυτή η Νεράιδα είχε φτερά και έτσι μπορούσε να ανέβει ψηλά πάνω από κάθε γεγονός και να το δει έτσι όπως το έβλεπαν και τα μπαλόνια, δηλαδή από άλλη οπτική γωνία.

Το μπαλόνι χάρηκε πολύ και έκανε ό,τι μπορούσε για να τραβήξει τον Άνθρωπό του σ’ αυτή τη Νεράιδα.

Είτε συμπωματικά είτε εσκεμμένα, αυτός ο Άνθρωπος βρέθηκε μπροστά στη Νεράιδα και τότε της περιέγραψε όλες τις ιστορίες της ζωής του και τον πόνο που κουβαλούσε.

Εκείνη με μια κίνηση των φτερών της ανέβηκε πάνω από τα γεγονότα που περιέγραφε ο άνθρωπος και άρχισε να τα βάζει στη θέση τους.

Το Μπαλόνι μας χάρηκε πάρα πολύ με αυτή τη διαδικασία και επιτέλους άρχισε να ξεφουσκώνει.

Η Νεράιδα είχε πολλούς βοηθούς οι οποίοι είχαν φτερά και μπορούσαν να ανεβαίνουν επάνω από την κατάσταση. Από ψηλά εκείνη έκανε τα μαγικά της και καθρέφτιζε τον Άνθρωπο και τη ζωή του από διαφορετική οπτική γωνία.

Μετά από κάθε συνάντηση με τη Νεράιδα το Μπαλόνι ξεφούσκωνε και πάλι γινόταν λαμπερό και όμορφο.

Πέρα από το Μπαλόνι κάθε φορά «ξεφούσκωνε» και ο Άνθρωπος.

Μία μέρα το Μπαλόνι έμπλεξε το κορδόνι του με ένα άλλο Μπαλόνι μιας κοπέλας και τότε ο Άνθρωπός κοίταξε στα μάτια τη κοπέλα και κατάλαβε ότι κάτι στην καρδιά τους φτερούγισε. Ο Άνθρωπος μπορούσε να την κοιτάξει κατάματα γιατί είχε απελευθερωθεί, με την βοήθεια της Νεράιδας, από τον πόνο που κουβαλούσε. Ήταν πλέον έτοιμος να αγαπήσει και να εμπιστευτεί. Κι έτσι οι δύο άνθρωποι έμειναν μαζί αγαπημένοι για πολλά χρόνια, αλλά και τα δύο μπλεγμένα Μπαλόνια δεν θέλησαν ποτέ να ξεμπλεχτούν.

Ήταν πλέον ανάλαφρα γιατί είχανε πετάξει από πάνω τους πολλές ενοχές, θυμό, παράπονα, αδικία, προδοσία, απόρριψη, ανασφάλειες και τώρα ήτανε έτοιμα να χορέψουν σ’ ένα όμορφο ταγκό για δυο!

Μόνο έχοντας ανάλαφρη διάθεση μπορούμε να χορεύουμε και να πετάμε ψηλά  στα σύννεφα, απ’ όπου μπορούμε να δούμε τις καταστάσεις και τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση!

Κι αν αναρωτιέσαι που μπορείς κι εσύ να βρεις μία τέτοια νεράιδα … να σε βοηθήσει να πετάξεις θυμό, παράπονα, αδικία προδοσία κλπ από πάνω σου και να σε κάνει να δεις τις καταστάσεις στη ζωή σου από άλλη οπτική γωνία, θα σου πω ότι είναι ακριβώς δίπλα σου: είναι η Κβαντική Συναισθηματική Θεραπεία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην omorfizoi.gr

DMCA.com Protection Status